1

Ζάκυνθος & Ιστορία

Κατά τις μυθικές παραδόσεις, ο Ζάκυνθος, γιος του Δαρδάνου, βασιλιά της Τροίας, φτάνει το 1470 π.Χ. με πλοία και άνδρες στο νησί από την Ψωφίδα της Αρκαδίας, ιδρύει πόλη και δίνει το όνομά του τόσο στην πόλη όσο και στο νησί. Δεν έχουμε καθόλου στοιχεία κατά τους χρόνους που ακολούθησαν την κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου, κατά την πρώιμη εποχή του Σιδήρου (δηλ. από το 1100 μέχρι το 700 π.Χ.), γεγονός που οφείλεται στην ελλιπή αρχαιολογική έρευνα.

Το πρώτο στοιχείο που γνωρίζουμε από τους ιστορικούς χρόνους είναι το ίδιο το όνομα του νησιού: Ζάκυνθος, όπως αναφέρεται στα Ομηρικά Έπη (β΄ μισό 8ου αι. π.Χ.). Τότε φαίνεται ότι δημιουργήθηκε ο κύριος και ομώνυμος οικισμός της Ζακύνθου που παρέμεινε ο μόνος βασικός οικισμός του νησιού σε όλη τη διάρκεια της αρχαίας ιστορίας του. Ιδρύθηκε στο λόφο, όπου το μεταγενέστερο Κάστρο, στην ανατολική πλευρά του νησιού, που βλέπει προς την Πελοπόννησο, και πάνω από φυσικό όρμο. Ο λόφος αυτός φαίνεται ότι οχυρώθηκε νωρίς και η οχυρή ακρόπολη είχε την ιδιαίτερη ονομασία «Ψωφίς», όπως η ομώνυμη αρκαδική πόλη, με την οποία τη συνδέει η παράδοση.

Την ύπαρξη οχυρής ακρόπολης ήδη από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. μπορούμε να συμπεράνουμε από ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην περιοχή. Για πρώτη φορά το 455π.Χ. κάνουν οι Αθηναίοι αισθητή τη ναυτική τους παρουσία στο νότιο Ιόνιο. Με την κατάληψη της Ζακύνθου και των πόλεων της Κεφαλληνίας από τον Αθηναίο στρατηγό Τολμίδη γίνεται φανερό ότι οι Αθηναίοι επιζητούσαν να εξασφαλίσουν μονιμότερα ερείσματα στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου και πάνω στο θαλάσσιο δρόμο προς τη Σικελία.

Η ανεξαρτησία και η αυτονομία των Ζακυνθίων κατά τον 5ο και τον 4ο αι. π.Χ. είναι γνωστή από τις ιστορικές πηγές, αλλά γίνεται φανερή και από το γεγονός ότι η πόλη κόβει δικά της αργυρά νομίσματα.[1] Κατά τη διάρκεια του πολέμου Λακεδαιμονίων και Αθηναίων (455π.Χ.), οι Ζακύνθιοι δέχονται τις πιέσεις των Λακεδαιμονίων, ενώ κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (430π.Χ.), «συμμαχούν» με τους δημοκρατικούς Αθηναίους. Οι δημοκρατικοί Ζακύνθιοι, ως σύμμαχοι πλέον των Αθηναίων, πρόσθεσαν το όνομά τους στη μεγάλη επιγραφή που ήταν στημένη στην αθηναϊκή Ακρόπολη μαζί με όλους τους συμμάχους της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο Λύσανδρος καταλύει το δημοκρατικό πολίτευμα και εγκαθιστά ολιγαρχία από 10 άρχοντες (404π.Χ.). Το 307 π.Χ. η Ζάκυνθος ξαναγίνεται Δημοκρατία με επικυριαρχία των βασιλέων της Μακεδονίας. Την ανεξαρτησία της κατέλυσε προσωρινά ο Φίλιππος Ε’ της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «Συμμαχικού Πολέμου», το 217π.Χ., όταν έπλευσε ο ίδιος με στόλο στο νησί. Την ανάκτηση της ελευθερίας ακολούθησε σύντομα, το 191π.Χ., η οριστική κατάληψη, αυτή τη φορά από τους Ρωμαίους. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν την Κεφαλλονιά και τη Ζάκυνθο ως ναυτικές βάσεις για τις πολεμικές τους δραστηριότητες στο χώρο της κυρίως Ελλάδας, το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Η κατοχή του νησιού από τους Ρωμαίους, τον 2ο αι π.Χ. έθεσε τέρμα στην ανεξαρτησία της αρχαίας Ζακύνθου και μετέτρεψε το νησί – λόγω της φύσης και του ήπιου κλίματος – σε θέρετρο αγαπητό στους πλούσιους Ρωμαίους.

Κατά τη διαίρεση του ρωμαϊκού κράτους το 395μ.Χ., η Ζάκυνθος υπάγεται άλλοτε στο ανατολικό και άλλοτε στο δυτικό τμήμα του. Κατ’ αρχήν υπάγεται στο θέμα της Λογγοβαρδίας και στη συνέχεια το 887μ.Χ. αποτελεί τμήμα του θέματος Κεφαλληνίας. Από τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όμως, υπάγεται στην άμεση κυριαρχία των βυζαντινών αυτοκρατόρων ως το 1185μ.Χ., όταν ιδρύεται η Παλατινή κομητεία Κεφαλληνίας και Ζακύνθου. Με τη διανομή των βυζαντινών εδαφών (partitio romanae), το 1204μ.Χ., τα Ιόνια αναφέρονται μεταξύ των εδαφών, που η Γαληνότατη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου θα καταλάμβανε για λογαριασμό της, συμπληρώνοντας τις νησιωτικές της κτήσεις στην Ανατολή.

Τα χρόνια από το 1185-1479μ.Χ., χαρακτηρίζονται ως εποχή των Κομήτων. Ο ναύαρχος του Βασιλείου της Νεάπολης Μαργαριτώνης την κυριεύει το 1185 μ.Χ. Το νησί, παραμένει ως το 1357μ.Χ. στην εξουσία των Κομήτων Δε Τόκκων, οι οποίοι ήταν υποτελείς στο βασιλιά της Νεάπολης. Το 1479 μ.Χ. καταλαμβάνεται από τους Τούρκους, οι περισσότεροι κάτοικοι της Ζακύνθου εξοντώνονται και το νησί ερημώνεται. Οι Ενετοί την κυριεύουν το 1480μ.Χ. Οι Τούρκοι την παραχωρούν στη Βενετία με πληρωμή με εδαφονόμιο αντί 500 δουκάτων με συνθήκη.

Έτσι, από το 1479/1485 η Ζάκυνθος εντάσσεται στο αποικιοκρατικό κράτος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου και ακολουθεί τις ιστορικές τύχες της μητρόπολης Βενετίας. Στη διοικητική της οργάνωση ακολουθεί το θεσμικό πλαίσιο της μητρόπολης. Δημιουργείται η «πόλη του αιγειαλού» που λειτουργεί ως παραθαλάσσια μεσογειακή πολιτεία, μεικτού τύπου, και προσφέρει τη δυνατότητα μεγάλης ανάπτυξης του εμπορίου καθώς πλημμυρίζει από εποίκους που καταφθάνουν για να καλύψουν το πληθυσμιακό κενό που έχει δημιουργηθεί από τις επιδρομές των πειρατών και από τους διάφορους πολέμους.

Μετά την κατάλυση της Ενετικής Πολιτείας από το Ναπολέοντα, με τη Συνθήκη του Campo Formio, στις 12.5.1797, η Ζάκυνθος και όλα τα Ιόνια Νησιά, καταλαμβάνεται από τους Γάλλους και διακυβερνάται από Γάλλο νομάρχη βοηθούμενο στο έργο του από το τοπικό πενταμελές νομαρχιακό συμβούλιο και το δημαρχείο. Όμως στις 31.10.1798 οι σύμμαχοι Ρώσοι και Τούρκοι κυριεύουν τα Επτάνησα και δημιουργείται η Ιόνιος Πολιτεία. Η Ζάκυνθος παραδίδεται στο Ρώσο ναύαρχο Ουζακόφ. Το 1800 η Ζάκυνθος αποτελεί μέρος της αυτόνομης ομοσπονδιακής Πολιτείας των Επτά Ηνωμένων Νήσων ή Επτανήσου Πολιτείας (σύμβαση Κωνσταντινουπόλεως), υποτελούς στην Υψηλή Πύλη και στην πραγματικότητα υπό την κατοχή της Ρωσίας. Με τη Συνθήκη του Τιλσίτ, στις 8.7.1807, ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος της Ρωσίας παραχωρεί τα Επτάνησα στους Γάλλους.

Οι Άγγλοι καταλαμβάνουν την Ζάκυνθο στις 20.9.1809. Η Ζάκυνθος διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο για την υπαγωγή των Ιονίων Νήσων στις βρετανικές δυνάμεις και αναδεικνύεται σε κέντρο αποφάσεων και επιχειρήσεων. Ιδρύεται δημόσιο τυπογραφείο και εκδίδεται πολιτική εφημερίδα με τίτλο Gazetta delle Isοle Liberale (Εφημερίς των Ελευθερωμένων Νήσων). Το 1815, με συνθήκη των Μεγάλων Δυνάμεων, τα Ιόνια Νησιά αποτελούν ενιαίο, αυτόνομο, ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος υπό την προστασία της Α. Βρετανικής Μεγαλειότητας και των διαδόχων της. Η Επτάνησος Πολιτεία μετατρέπεται σε αγγλικό προτεκτοράτο  με τη συνθήκη των Παρισίων. Όχι όμως χωρίς αντιδράσεις. Προσκρούει στην εχθρότητα ρωσόφιλων και γαλλόφωνων ευγενών και στην αγροτιά που εξεγέρθηκε στα 1817. Οι διάφορες τάσεις διαμορφώνονται και αποκρυσταλλώνονται σε τρία κόμματα με ακριβή προγράμματα: στους συντηρητικούς που ήταν προσκολλημένοι στην αγγλική προστασία, στους φιλελεύθερους, και στους ριζοσπάστες που ζητούσαν την ένωση με την Ελλάδα και που βρίσκονταν σε διαρκή επικοινωνία με τους Ιταλούς επαναστάτες και με την ελληνική αντιοθωνική αντιπολίτευση. Στο όλο κίνημα δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα οι Ζακύνθιοι Κ. Λομβάρδος, Φ. Δομενεγίνης, Γ. Τερτσέτης και Ι. Βούλτσος.

Το 1863 η Βουλή της Επτανήσου κηρύσσει την ένωση με την Ελλάδα και η Μ. Βρετανία αρχίζει τις σχετικές διαπραγματεύσεις που καταλήγουν στην προσάρτηση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα και την υπογραφή της Ένωσης (συνθήκη Παρισίων), κάτω από το σκήπτρο του Γεωργίου Α΄ στις 21 Μαΐου 1864.

Με το γύρισμα του 20ου αιώνα, το 1916 στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, η Ζάκυνθος προσχωρεί στο κράτος της Θεσσαλονίκης και στις δυνάμεις της Entente, αποσπώμενη από το κράτος των Αθηνών. Την 1η Μαΐου 1941 έως 10 Σεπτεμβρίου 1943 το νησί καταλαμβάνεται από το φασιστικό ιταλικό στρατό και προσαρτείται μαζί με τα άλλα νησιά του Ιονίου στην Ιταλία. Από τις 9 Σεπτεμβρίου 1943 έως 10 Σεπτεμβρίου 1944 πραγματοποιείται η Γερμανική Στρατιωτική Κατοχή του νησιού μετά από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους συμμάχους. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1944 έχουμε την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από το νησί. Το Μάρτιο του 1945 φτάνει στη Ζάκυνθο Ελληνική στρατιωτική δύναμη μαζί με τον Αγγλικό Στρατό και γίνεται εγκατάσταση κρατικών Αρχών για τη Διοίκηση και φρούρηση του νησιού. Σήμερα το νησί ακολουθεί τις τύχες του Ελληνικού Κράτους.

Προκειμένου να διαφυλαχτούν τα τεκμήρια των ιστορικών «διαδρομών» του τόπου μας, ιδιαίτερα όταν μετά την καταστρεπτική σεισμοπυρκαγιά του 1953 έγινε επιτακτική η ανάγκη καταγραφής και διαφύλαξης  για ό,τι είχε απομείνει, ιδρύθηκε  το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1966, εκεί όπου παλιά βρισκόταν ο Ναός του Παντοκράτορα, και από το 1968 φυλάσσει στο Μαυσωλείο τα οστά των Εθνικών μας ποιητών Διονυσίου Σολωμού και Ανδρέα Κάλβου. 


[1] Η κοπή νομισμάτων, αργυρών και χαλκών, της Ζακύνθου, συνεχίστηκε μέχρι τον 2ο αι. π.Χ., οπότε το νησί υποδουλώθηκε στους Ρωμαίους.


Κείμενο: Κατερίνα Δεμέτη - Αρχαιολόγος, Δ/ντρια Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων
(εποπτικό υλικό από τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων)

 




 

Αρχαίοι Ελληνικοί Χρόνοι έως και την Ρωμαϊκή Εποχή

Σύμφωνα με τον μύθο, ο Δάρδανος, υιός του Δία και της Ηλέκτρας, μετά την καταδίκη από τους θεούς κατέφυγε στο Βασίλειο της Φρυγίας. Εκεί, ο Δάρδανος νυμφεύθηκε την Βατία, θυγατέρα του Βασιλιά Τεύκρου, και μαζί απέκτησαν δύο τέκνα, τον Ζάκυνθο και τον Εριχθόνιο. Ο Ζάκυνθος μετά την παραμονή του στην Αρκαδία, αφού συγκέντρωσε ένα εκστρατευτικό σώμα ανδρών εκ την Ψωφίδος, κατέπλευσε και κυρίευσε μια εκ των πλησιέστερων νήσων, την οποία και ονόμασε Ζάκυνθο. Οι πρώτοι άποικοι του νησιού ήταν Αρκάδες, γεγονός που αποδεικνύεται από την πληθώρα των αρχαίων τοπωνυμιών που φέρουν αρκαδικές ονομασίες. Ο Πλίνιος, από την άλλη, και μετέπειτα ο Murr, συμφωνούν ότι πριν τον αποικισμό από τον στρατό του Ζάκυνθου το νησί έφερε την ονομασία Ύρια. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αναφορά στηρίζεται στη θεωρία ότι το νησί αποικίστηκε αρχικά από Φοίνικες, γεγονός που δεν επιβεβαιώνεται.

Αφού η κυριαρχία του Ζακύνθου εξασθένησε μετά το θάνατο αυτού, οι δυνάμεις του Αρκείσιου, απόγονου του βασιλέα της Κεφαλλονιάς, έσπευσαν να κυριεύσουν το νησί. Ο Αρκείσιος, αφού κατέκτησε και ένωσε υπό την ηγεσία του, την Κεφαλλονιά, την Ζάκυνθο, την Ιθάκη και ένα μέρος Αρκαδίας, συμμετείχε στην αργοναυτική εκστρατεία. Η επιστροφή του συνδυάστηκε με το γάμο του με την Αντίκλεια, με την οποία απέκτησε τον μελλοντικό ηγεμόνα του βασιλείου, τον Οδυσσέα. Η περίοδος του Οδυσσέα σημαδεύτηκε από τον τρωικό πόλεμο στον οποίο συμμετείχε ενεργά και η Ζάκυνθος, παρά την συγγενική σχέση του ιδρυτή-βασιλέα Ζάκυνθου με το λαό της Τροίας. Η απουσία του Οδυσσέα, ως γνωστόν, προκάλεσε ένα κύμα υποψηφίων μνηστήρων που ταξίδεψαν στην Ιθάκη για να διεκδικήσουν την Πηνελόπης και ταυτόχρονα το βασίλειο. Η Ζάκυνθος απέστειλε 20 νεαρούς μνηστήρες εκ των επιφανέστερων οικογενειών των νησιού. Η απουσία του ηγεμόνα είχε δημιουργήσει μία χαώδη κατάσταση καθώς ο καθένας μπορούσε να πράξει αυτό που επιθυμούσε. Η επιστροφή του πολυμήχανου Οδυσσέα όχι μόνο δεν εξομάλυνε την κατάσταση αλλά η κίνηση του να δολοφονήσει τους υποψηφίους μνηστήρες συσπείρωσε τις οικογένειες των φονευθέντων εναντίον του. Αποτέλεσμα του ξεσηκωμού των νησιών κατά της ηγεμονίας του Οδυσσέα ήταν η Ζάκυνθος να αποσπαστεί από το βασίλειο και να αποτελέσει ξεχωριστή διοικητική ύπαρξη, η οποία απέβαλε το πολίτευμα της βασιλείας και υιοθέτησε ένα πιθανώς δημοκρατικό πολίτευμα. Γεγονός που γίνεται φανερό από την αναφορά του Παυσανία, ότι κατά τον δεύτερο Μεσσιανικό πόλεμο, η Ζάκυνθος δεν εκπροσωπούνταν δια βασιλέως αλλά διαμέσου των κατοίκων της η οποίοι είχαν τον έλεγχο των εξωτερικών υποθέσεων.

Κατά την εποχή των Περσικών πολέμων, η Ζάκυνθος έδωσε καταφύγιο στον βασιλιά Δημάρατο, που τον κατεδίωκαν οι Λακεδαιμόνιοι. Οι κάτοικοι αντέκρουσαν τις επιθέσεις των Λακεδαιμόνιων, που ζητούσαν να τους παραδοθεί ο φυγάς βασιλιάς, και τον βοήθησαν να διαφύγει στην Ασία, όπου τον υποδέχθηκε με τιμές ο Δαρείος. Για άγνωστους λόγους η Ζάκυνθος, η Κεφαλλονιά και η Ιθάκη έμειναν αμέτοχες στον πόλεμο που ξεκίνησε η εισβολή του Δαρείου. Αργότερα στις εχθροπραξίες μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμόνιων, η Ζάκυνθος τάχθηκε με το μέρος των Λακεδαιμόνιων, ωστόσο ο Αθηναίος στρατηγός Τολμίδης αφού κατέστρεψε την Σπάρτη έπλευσε προς την Ζάκυνθο και την ανάγκασε να προσχωρήσει στην αθηναϊκή προστασία. Με το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου, η Ζάκυνθος, ουσιαστικά ανεξάρτητη και ουδέτερη αρχικά, τάχθηκε υπέρ των Αθηναίων. Γεγονός που εξόργισε τους Λακεδαιμόνιους. Η Λακεδαιμόνιοι, παρά την επίθεση του Κνίμονος, που κυρίευσε την μισή πόλη της Ζακύνθου, δεν κατάφεραν να επιβάλουν την κυριαρχία τους. Οι Ζακυνθινοί πάντα σε ετοιμότητα δεν συμμετείχαν ανοιχτά με κανέναν εκ των δύο ηγέτιδων δυνάμεων, μέχρι που μαζί με τους Αθηναίους, τους Κεφαλονίτες και τους Ιθακήσιους εκστράτευσαν για να τιμωρήσουν την Λευκάδα που είχε ταχθεί υπέρ του Λακεδαιμόνιων. Η βαριά ήττα των Αθηναίων στην Σικελία ανάγκασε την Ζάκυνθο, να υπογράψει συνθήκες συνθηκολόγησης με τους Λακεδαιμόνιους, να μεταβάλει το δημοκρατικό πολίτευμα ολιγαρχικό και να γκρεμίσει τα τείχη της πόλης. Η αυθαιρεσία της ολιγαρχικής διοίκησης δημιουργούσε αρκετούς τους ξεσηκωμούς των κατοίκων.

Κατά τα χρόνια του Φιλίππου, η Ζάκυνθος συμμάχησε με τους Αιτωλούς, με απώτερο σκοπό να αποκρούσουν τον Φίλιππο. Ωστόσο, η ορμή του μακεδονικού στρατός συνεπήρε και το μικρό αυτό νησί. Στη συνέχεια η Ζάκυνθος, πέρασε από το Φίλιππο στους Αθαμανούς για δεκατέσσερα χρόνια και τέλος πουλήθηκε στους ξανά στους Αχαιούς. Η κατάσταση είχε ως εξής, μέχρι νίκη των Ρωμαίων επί του Φίλιππου, όπου η Ζάκυνθος έγινε δώρο πολέμου προς τον στρατηγό Φλαμίνιο. Ακολούθησαν διάφορες αλλαγές καθεστώτων με τους κατοίκους να μην αντέχουν τις ανελεύθερες ρωμαϊκές πολιτικές, ωστόσο ρωμαικές στρατιωτικές δυνάμεις επιτέθηκαν και επανέφεραν την Ζάκυνθο υπό τον έλεγχο της Ρώμης. Κατά τις εμφύλιες διαμάχες μεταξύ Πομπήιου, Κράσσου και Καίσαρα, η Ζάκυνθος καταστράφηκε στο πέρασμα του κυνηγημένου Πομπήιου. Στην συνέχεια, το νησί τάχθηκε με το μέρος του Καίσαρα και, αργότερα, με τον Αντώνιο. Η τελική νίκη Οκταβιανού καθιέρωσε την Ρωμαϊκή κυριαρχία στο νησί, καθώς η διοίκηση οργανώθηκε κατά τα ρωμαϊκά πρότυπα, και ανατέθηκε η απόλυτη εξουσία της διακυβέρνησης  του νησιού σε ένα ανθύπατο που άλλαζε κάθε χρόνο.

Από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έως την Ηγεμονία Ζακύνθου και Κεφαλληνίας

Μετά την διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο και την μεταφορά του διοικητικού κέντρου από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, η Ζάκυνθος εισήλθε σε μια νέα εποχή συνεχών μεταβολών της εξουσίας και καταπίεσης. Η Ζάκυνθος συμπεριελήφθη στην διοικητική περιφέρεια της Ιλλύριας, η οποία όπως και η Ανατολική, διακυβερνιούνταν από έναν Έφερο που προέδρευε ενός συνεδρίου, που γνωμοδοτούσε επί παντός θέματος. Κατά την βυζαντινή περίοδο, η κοινωνία χωριζόταν σε τρεις τάξεις. Στην ανώτερη θέση βρίσκονταν οι Δεκαριώνες, που αποτελούνταν από τους επιφανέστερους και πλουσιότερους πολίτες. Αμέσως μετά υπήρχε ο όχλος, που αποτελούνταν από τεχνίτες και εμπόρους. Στη χαμηλότερη θέση, χωρίς κανένα δικαίωμα, βρίσκονταν οι αγρότες και οι δούλοι. Η τοπική κοινωνία της Ζακύνθου, όπως και στα άλλα μέρη, διακυβερνιόταν από ένα εγχώριο συμβούλιο, την Κοινότητα στην οποία προέδρευε ο Προσδόκιμος, που έπρεπε να λογοδοτεί για κάθε πράξη του στον Έφορο. Επιπλέον, οι Σύνδικοι, που εκλέγονταν από τους πολίτες, είχαν επωμιστεί το βάρος της συλλογής φόρων.

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου, και οι συνεχείς έριδες στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας οδήγησαν σε μια εγκατάλειψη των επαρχιών, οι οποίες έγιναν βορά διαφόρων βαρβαρικών φύλων και πειρατών, οι οποίοι σε κάθε απόπειρα κατάκτησης σκότωναν, έκλεβαν και κατέστρεφαν ό,τι βρισκόταν στο δρόμο τους. Μια εξ αυτών των καταστρεπτικών επιδρομών έχει μείνει τόσο σημαδεμένη στις ψυχές των Ζακυνθινών, ώστε ακόμη και επί των ημερών μας τελείται θρησκευτικό μνημόσυνο προς τιμήν εκείνων των πεσόντων. Φυσικά , το γεγονός πρόκειται για την εισβολή του βάρβαρου βασιλιά Γιζερίκου μετά των εξήντα πλοίων του. Αφού, αυτός ο βάρβαρος υπέστη τρομερή ήττα στην Πελοπόννησο, κατέπλευσε στις 29 Αυγούστου του 466 μ.Χ εναντίον της Ζακύνθου. Η επιδρομή των βαρβάρων στρατιωτών του σκόρπισε τον θάνατο στο πέρασμα της. Εισήλθαν σε σπίτια και εκκλησίες, έκλεψαν και άρπαξαν 500 αιχμαλώτους, τους οποίους ανέβασαν στα καράβια τους. Αφού οι βάρβαροι ανοίχτηκαν στην Αδριατική έσφαξαν και έπνιξαν όλους τους εκείνους τους άτυχους Ζακυνθινούς. Παρά την εκδίκηση που πήρε ο βυζαντινός στρατός Βελισάριος, που αιχμαλώτισε και έσφαξε μετά βασανιστηρίων τον Γιζερίκο στην Κωνσταντινούπολη, η ημέρα του Αγίου Προδρόμου συνδυάστηκε για πάντα ημέρα μνήμης των αδικοχαμένων συμπολιτών τους.

Αυτή η κατάσταση των συνεχόμενων επιδρομών δεν σταματούσε και η παραμέληση της κεντρικής εξουσίας μεγάλωνε συνεχώς. Οι κτήσεις του βυζαντινού κράτους χωρίστικαν σε θέματα και οι Ιόνιοι νήσοι εισήχθησαν στη διοικητική μονάδα του Θέματος της Λογγοβαρδίας. Αργότερα, επί Λέοντος του Σοφού δημιουργήθηκε το θέμα της Κεφαλλόνιάς και η Ζάκυνθος έγινε μέρος του Θέματος αυτού. Το 1084 μ.Χ, ο Νορμανδός Δούξ της Απουλίας και Καλαβρίας, Γυισκάρδος, υπό της προστασία του Πάπα Νικόλαου του Β, κατέκτησε την Σικελία και κατέπλευσε στην Ανδριατική με σκοπό να κατακτήσει τις βυζαντινές κτήσεις. Αρχικά, κατέλαβε την Κέρκυρα, και έπειτα ήρθε αντιμέτωπος τις αυτοκρατορικές δυνάμεις του Αλέξιου, χωρίς αυτές να είναι ικανές να τον σταματήσουν. Ο Γυισκάρδος έφυγε για την Ιταλία με σκοπό να προστατέψει τον Πάπα και άφησε πίσω τον υιό του, ο οποίος πέθανε στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς.

Το 1185, νησί κατακτήθηκε από τον πειρατή Μαργαρίτη του Πρίντεζι, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους του Νορμανδού Γουλιέλμου του Δεύτερου, βασιλιά της Σικελίας. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1195, το νησί πέρασε στην κυριαρχία των Ορσίνι. Η περίοδος αυτή ήταν ιδιαίτερα σκληρή και άδικη για τους ντόπιους ορθόδοξους πληθυσμούς καθώς καταργήθηκε η Ορθόδοξη αρχιεπισκοπή, εγκαθιδρύθηκε έδρα του Δυτικού δόγματος και επικράτησε το φεουδαρχικό σύστημα διοίκησης. Μετά τον θάνατο του Ιωάννη Β΄ Ορσίνι, η Ζάκυνθος, μαζί με τις υπόλοιπες κτήσεις των Ορσίνι, κατακτήθηκαν από τoυς Ανζού, πού τότε ήταν ηγεμόνες της Αχαΐας. Η κυριαρχία τους διήρκεσε μέχρι το 1357 όταν ο Ροβέρτος εκ Ταράντος έδωσε τα νησιά της Ζακύνθου, της Κεφαλλονιάς και της Ιθάκης, στον Λεονάρντο Α΄ Τόκκο σαν δώρο για τις υπηρεσίες του. Η περίοδος των Τόκκων χαρακτηρίζεται από συνεχόμενες πολεμικές κατακτήσεις όπως των Ιωαννίνων (1411) και της Άρτας (1416). Ο Εμανουήλ Β΄ Παλαιολόγος έδωσε στον Κάρολο Α΄ Τόκκο τον τίτλο του Δεσπότη Ζακύνθου, Κεφαλληνίας και Ηπείρου. Όταν ηγεμόνας έγινε ο Λεονάρντο Γ΄ Τόκκος, ο οποίος αποτέλεσε το τελευταίο μέλος των Τόκκων που κυρίευσε τα νησιά, επανιδρύθηκε ο Αρχιεπισκοπικός Ορθόδοξος θρόνος, με έδρα την Κεφαλλονιά.

Η Βενετική Περίοδος

Το 1479, μετά την καταστροφική επέλαση των Οθωμανικών δυνάμεων στη Ζάκυνθο, ο Λεονάρντο φεύγει καταδιωκόμενος από τους Οθωμανούς, με προορισμό την Νεάπολη, απ’όπου συνεχίζει για την Ρώμη με σκοπό να ζητήσει την βοήθεια του Πάπα για να ανακτήσει τις χαμένες περιοχές του δουκάτου του. Το 1481, ο Λεονάρντο επιστρέφει με πλοία του ναπολιτάνικου στόλου για να κατακτήσει τα νησιά, με ναύαρχο τον Βερνάρδο Βιλλαμαρίν. Οι προσπάθειες του, ωστόσο, δεν είχαν αποτέλεσμα και επέστρεψε άπραγος στην Νάπολη. Λίγους μήνες αργότερα, ο αδελφός του Αντώνιος, με μια αρμάδα από Καταλανούς μισθοφόρους κατέφθασε στο Ιόνιο. Οι Οθωμανοί, σε πλήρη αναρχία εξαιτίας των ερίδων μεταξύ των διαδόχων του Μωάμεθ Β, εγκατέλειψε τα νησιά πριν ακόμη αποβιβαστεί ο στόλους του Αντωνίου. Το βενετικό κράτος γνώριζε καλά την σημασία των νησιών αυτών, εξαιτίας της γεωστρατηγικής τους θέσης αλλά και της εμπορικής εγγύτητας με τις υπόλοιπες κτήσεις στην Ανατολή. Έτσι, βλέποντας την κατάσταση αποφάσισε να λάβει δράση. Η Βενετία κατέκτησε το 1482 την Ζάκυνθο και αμέσως ξεκίνησε να πολιορκεί και την Κεφαλλονιά όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κύριος όγκος των Ναπολιτάνικων δυνάμεων του Αντωνίου Τόκου. Ύστερα από την συνωμοσία Καταλανών και Κεφαλλονιτών στρατιωτών, δολοφονείται ο Αντώνιος και το νησί παραδίνεται στην Βενετσιάνικη παντιέρα. Παρά τις παράλληλες διεκδικήσεις από το Βασίλειο της Νεαπόλεως, το βενετικό κράτος καταφέρνει να διαπραγματευθεί την απόκτηση της Ζακύνθου από τον Βαγιαζίτ Β΄, με την υποχρέωση η Βενετία να καταβάλλει στην Υψηλή Πύλη φόρο 500 δουκάτων ανά έτος.

Όταν το 1484, η Βενετία παρέλαβε και επίσημα την Ζάκυνθο, το νησί ήταν σχεδόν έρημο. Αμέσως, η κεντρική διοίκηση κάλεσε εποίκους από διάφορες κοντινές κτήσεις, όπως η Μεθώνη, η Κορώνη και η Ναύπακτος. Το περίπλοκο αυτό πληθυσμιακό μωσαϊκό, που δημιουργήθηκε από τις λιγοστές ζακυνθινές οικογένειες και τους διψασμένους για περιουσία και αξιώματα εποίκους, οργανώθηκε σύμφωνα με το πρότυπο των υπόλοιπων βενετικών κτήσεων, όπως η Κέρκυρα και το Ναύπλιο. Η διοίκηση των νησιού είχε ένα σαφές μοτίβο που κράτησε ως την πτώση της Βενετικής περιόδου με την συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (1797) και αποτελούνταν από ένα Προβλεπτή και το Συμβούλιο των Ευγενών. Η δημιουργία του συμβουλίου των Ευγενών ακολούθησε το κερκυραϊκό πρότυπο και αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για την διαμόρφωση τριών κοινωνικών στρωμάτων, των ευγενών (citadini), των ποπολάρων-αστών και των αγροτών. Μόνο τα μέλη της κλάσης των ευγενών είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα αξιώματα και στο συμβούλιο. To 1629, η Κεντρική Βενετική διοίκηση αποφάσισε να καταγράψει τον πληθυσμό στη Ζάκυνθο και να δημιουργήσει τάγματα με ευγενείς διοικητές εξοπλισμένους με την υποχρέωση να κάνουν περιπολίες για ενδεχόμενη οθωμανική επίθεση. Η κίνηση αυτή απότελεσε την σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τους καταπιεσμένους πολιτικά αστούς, θεωρώντας πως θα πρέπει να συμπεριληφθούν και μη ευγενείς στους αξιωματικούς, ενώ παράλληλα υπήρχε και ο φόβος για ενδεχόμενη επιπλέον φορολογία. Η λαϊκή εξέγερση, που πήρε την ονομασία “Ρεμπελιό των Ποπολάρων”, με πρωτεργάτες τους Ανδρέα Βουρδέρη, τον Ιάκωβο Κόλα, τον Τζώρτζη Κόντο και τον Πιέρρο Δελλ’Ακουίλα, αναστάτωσε πολύ την κεντρική βενετική διοίκηση. Όμως, όταν έφθασε ο Γενικός Προβλεπτής της Θάλασσας Αντώνιος Πιζάνης, η εξέγερση βάφτηκε στο αίμα και κατέστρεψε τις περιουσίες των πρωτεργατών.

Ξαφνικά, από το βάθος του κόλπου του Λαγανά έκαναν την εμφάνιση της η Οθωμανική αρμάδα, η οποία αποτελούνταν από 300 πλοία και 12 χιλιάδες ετοιμοπόλεμους στρατιώτες. Στο τιμόνι του Οθωμανικού στόλου βρισκόταν ο Ουλούτζ Αλή Πασάς, από την Καλαμβρία, μαζί με την συνοδεία του πασά της Τρίπολης. Την ίδια μέρα, οι Οθωμανοί αποβιβάστηκαν στις Στροφάδες και, μαζί με τα κειμήλια που έκλεψαν, πήραν αιχμάλωτους όλους τους κατοίκους των Στροφάδων, που αποτελούνταν από 30 μοναχούς. Οι οθωμανικές δυνάμεις ήταν πιο αφοσιωμένες από ποτέ, να καταστρέψουν και να λεηλατήσουν οτιδήποτε βρισκόταν στο δρόμο τους, σαν απάντηση στην Ιερά Συμμαχία Βενετίας, Ισπανίας και Πάπα Πίου Ε’.

Ξαφνικά, την Παρασκευή, 21 Μαίου του 1571, έκανε την εμφάνιση του ο Οθωμανικός στόλος στον κόλπο του Λαγανά. Ολόκληρη η Ζάκυνθος μπήκε σε ρυθμούς αμυντικής προετοιμασίας. Ο προβλεπτής Paolo Contarini, έδωσε την διαταγή να μεταβεί ο γενικός πληθυσμός της πόλης στο κάστρο, ενώ όλοι οι άνδρες να καταταγούν στη φρουρά. Επιπλέον, διέταξε έφιππους να μαζέψουν ιερά κειμήλια και έργα τέχνης από τις διάφορες εκκλησίες και να τα μεταφέρουν μέσα στα τείχη του κάστρου. Όπως είναι φυσικό, η αναρχία και ο τρόμος κυρίευσαν την ζακυνθινή κοινωνία. Έντρομοι οι πολίτες έτρεχαν στο κάστρο, παίρνοντας μαζί τους ό,τι θεωρούσαν πολυτιμότερο από τα σπίτια τους. Η βενετική φρουρά είχε ξεκινήσει τις ασκήσεις και, παράλληλα, βελτίωναν την οχύρωση του κάστρου. Όλοι ήταν έτοιμοι για την τελειωτική σύγκρουση, όπου η νίκη ήταν μονόδρομος για την επιβίωση του νησιού.

Η απόβαση των Οθωμανών καθυστερούσε. Ο οθωμανικός στόλος μετά από αρκετές αποτυχίες, πρόσεχε ιδιαίτερα τις κινήσεις του, εκμεταλλευόμενος πάντα τον όγκο του. Έτσι, στις 5 Αυγούστου του 1571, οι οθωμανικές δυνάμεις αποβιβάζονται στη Ζάκυνθο, στον Υψόλιθο, έτοιμοι να μην κάνουν τα ίδια λάθη με την προηγούμενη χρονιά (1570), όπου έφυγαν κυνηγημένοι από το Σκινάρι (περιοχή βορειοανατολικά της Ζακύνθου). Ξεκίνησαν να καίνε ελαιώνες και να λεηλατούν όποια σπίτια βρίσκονταν εμπρός τους. Όταν ένα τάγμα των Οθωμανών έφθασε στους Κήπους συνάντησε το κατασκοπικό έφιππο σώμα του Αλέξανδρου Γαήτα και του Ιωάννη Βούλτσου . Νικητές σε αυτήν την μάχη αναδείκτηκαν οι Ζακυνθινοί και περήφανος ο Ιωάννης Βούλτσος πάει να κόψει το κεφάλι του Τούρκου αξιωματικού για να το πάει στον Contarini. Ωστόσο, από το πουθενά ένα Οθωμανός χτυπάει τον Βούλτσο στο κεφάλι και του το κόβει. Την επόμενη ημέρα, ο Αλέξανδρος Γαήτας θα συναντήσει ξανά τον ασταμάτητο οθωμανικό στρατό σε μια μάχη στο Ακρωτήρι. Μέσα στο χάος της μάχης ο Αντώνιος Βούλτος, υιός του αποκεφαλισμένου Ιωάννη, παίρνει εκδίκηση για τον πάτερα του και αποκεφαλίζει έναν Οθωμανό αξιωματικό, το κεφάλι του οποίου παρέδωσε στον Contarini.

Οι μάχες ήταν καθημερινές και σκληρές, ωστόσο η ζακυνθινή φρουρά αντιστεκόταν με γενναιότητα σε κάθε περίσταση. Είχαν περάσει εννέα ημέρες από την απόβαση και, οι Οθωμανοί είχαν κυριεύσει όλο τον Αιγιαλό και το ψήλωμα του Αγίου Ηλία, από το οποίο εξορμούσαν για το κάστρο. Περικυκλωμένοι και με το αίσθημα της απελπισίας να κυριεύει τους πολίτες μέσα στο κάστρο, ήταν αναγκαίο να γίνει μια αιφνιδιαστική αλλά και πολύ επικίνδυνη κίνηση από την πλευρά των Ζακυνθινών. Την επιχείρηση αυτή ανέλαβε ο ιερέας Νικόλαος Κουτούβαλης μαζί με τον για υιό του και άλλους 6 στρατιώτες. Πριν, λοιπόν, γλυκοχαράξει οι γενναίοι υπερασπιστές του κάστρου όρμησαν έφιπποι προς τον Άγιο Νικόλαο στο Ψήλωμα, αιφνιδίασαν τους Οθωμανούς, οι οποίοι τρομαγμένοι άφησαν πίσω τους όπλα και εξοπλισμό. Οι Ζακυνθινοί κατά την έφοδο φώναζαν και χτυπούσαν τα όπλα τους για να δώσουν την εντύπωση ότι πρόκειται για μεγάλο τάγμα, ενώ στην πραγματικότητα, οι Οθωμανοί στην τοποθεσία εκείνη ήταν πολύ περισσότεροι. Μετά από την επιχείρηση του Κουτούβαλη, οι Ζακυνθινοί βγαίνουν από ο Κάστρο και κυνηγούν τους αιφνιδιασμένους Οθωμανούς μέχρι τον κάμπο, όπου οι τελευταίοι ανασυντάχτηκαν και ανάγκασαν τους Ζακυνθινούς σε επιστροφή στο Κάστρο.

Ο Ουλουτζ Αλή Πασάς ήταν εξοργισμένος με τις εξελίξεις και, αμέσως ανασύνταξε τον στρατό, έδωσε καινούργιες οδηγίες και πλέον αποφάσισε ολοκληρωτική έφοδο με επίλεκτα σώματα στο κάστρο. Ο έμπειρος Contarini και ο λαός της Ζακύνθου είχαν προετοιμαστεί για αυτό το σενάριο. Ο προβλεπτής, ενίσχυσε την οχύρωση και παρέταξε τους άνδρες κατά μήκος των τειχών του κάστρου. Παράλληλα, οι άρχοντες του νησιού εξόπλισαν πειρατικά πλοία, τα οποία παρενοχλούσαν συνεχώς τον τουρκικό στόλο και εμπόδιζαν τους Οθωμανούς να κάνουν λογικές κινήσεις. Έτσι, μέσα σε αυτό το κλίμα ο Ουλούτζ διατάζει την τελική έφοδο. Ωστόσο, οι η ζακυνθινή φρουρά, “απωθούσε, κατεκρήμνιζε και εφόνευε” ασταμάτητα μέχρι που οι Οθωμανοί ετράπησαν σε φυγή πίσω στα πλοία τους. Λίγο αργότερα, έφτασε η είδηση πως πλησιάζει ο βενετικός στόλος και οι Οθωμανοί άνοιξαν πανιά και άφησαν τους περήφανους Ζακυνθινούς να πανηγυρίζουν την νίκη τους. Ο Contarini διέταξε πολυήμερους εορτασμούς και μεγάλα δείπνα. Οι εορτασμοί κορυφώθηκαν με την πραγματοποίηση της παράστασης “Οι Πέρσες” του Αισχύλου. Ο πόθος για την ελευθερία και την ασφάλεια δεν άφησε τους Ζακυνθινούς να ευχαριστηθούν την νίκη τους.

Δύο μήνες αργότερα, οι Ζακύνθιοι ρίχτηκαν στην μάχη ξανά. Στις 7 Οκτωβρίου 1751, ο ιερός στόλος μαζί με τους Επτανήσιους συνάντησε τον οθωμανικό στόλο στον Κόλπο της Ναυπάκτου και η ναυμαχία ξεκίνησε. Κυνηγώντας την δόξα της νίκης για μια ακόμη φορά έπεσαν μέσα στη φωτιά της μάχης με πολλές δυνάμεις. Οι Αντώνιος Κουτούβαλης, Νικόλαος Μονδίνος, ο Μάρκος και Μαρίνος Σιγούρος, Νικόλαος Φωσκάρδης, Κωνσταντίνος Βλαστός, Δημήτριος Κουμούτος, Ιωάννης Μοντσενίγος, εξόπλισαν γαλέρες με δικά τους έξοδα και πολλούς Ζακύνθιους εθελοντές. Μετά από μια τρομερή μάχη που έκρινε το μέλλον της Ευρώπης, ο ιερός στόλος βγήκε νικηφόρος μέσα από από τις χαοτικές φωτιές του πολέμου.

Κατά την διάρκεια των Ορλοφικών (1770-1775), οι Ζακυνθινοί με αρχηγούς τους ευγενείς Ιωάννη και Βασίλειο Μακρή, Ιωάννη Δραγανίγο και Δημήτριο Μοτσενίγο, πήραν ενεργό μέρος στις μάχες που έγιναν στην Πελοπόννησο. Τα τάγματα των Ζακυνθινών είχαν πολλές επιτυχίες όπως με την συνεργασία των Κεφαλλονιτών κυρίευσαν την Ηλεία και την Γαστούνη. Ωστόσο, οι περιπέτειες των νέων αυτών ανδρών στιγματίστηκαν και από φοβερές καταστροφές όπως της σφαγής τον Απρίλιο του 1770, όπου διακόσια ζακυνθινόπουλα σφαγιάστηκαν από ένα τάγμα Αρβανιτών έξω από την Ηλεία και τα κεφάλια τους σωριάστηκαν σε μορφή πυραμίδας.

Η περίοδος των Δημοκρατικών Γάλλων

Η συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο έβαλε τέλος στην πολιτεία της Γαληνοτάτης Ρεπούμπλικας της Βενετίας, καθώς και στο Κράτος της Θάλασσας που επί τριακόσια χρόνια διοικούσε. Η Ζάκυνθος, όπως και τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου περιήλθαν στον έλεγχο των Δημοκρατικών Γάλλων, η οποία έλαβαν την υποδοχή ενός ελευθερωτή. Οι Γάλλοι κατέφθασαν στο Ιόνιο με πολλές υποσχέσεις για την εξίσωση της κοινωνίας με την κατάργηση των τάξεων, την αφαίρεση της εκκλησίας από την διοικητική λειτουργία του κράτους. Από τις πρώτες πράξεις των Γάλλων στη Ζάκυνθο ήταν να καεί δημοσίως το “Λίμπρο Ντ’Ορο” μαζί με άλλα πολλά έγγραφα του αρχείου και, στην συνέχεια να φυτευτεί το δένδρο της Δημοκρατίας. Παρά την συγκρότηση ενός δημαρχείου που αποτελούνταν από πολίτες διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων, και την οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης, που προηγουμένως ήταν ανύπαρκτη, οι Γάλλοι πολύ γρήγορα απέκτησαν εχθρούς καθώς το παλαιό κατεστημένο και η εκκλησία δεν μπορούσαν να αποδεχτούν την ισοπέδωση των παλαιών αξιών και της εξουσίας τους. Έτσι, η γαλλική περίοδος χαρακτηρίζεται από μια συνεχόμενη προσπάθεια των ανώτερων τάξεων να αποτάξουν την γαλλική εξουσία. Η λύση βρίσκεται στο συνασπισμό Οθωμανικής και Ρωσικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες για πρώτη φορά συνεργάζονται για να εμποδίσουν την επέλαση των Γάλλων. Με αρχηγό τον ναύαρχο Ουσάκωφ, οι Ρωσο-Τουρκοι καταφθάνουν στο Ιόνιο το 1798 και καταλαμβάνουν την Ζάκυνθο και την Κεφαλλονιά, ενώ πολιόρκησαν την Κέρκυρα έως και τα τέλη του 1799. Στις 22 Μαρτίου του 1800, η δύο δυνάμεις σύνηψαν την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, στην οποία συμμετείχαν σημαντικές προσωπικότητες των Επτανήσων, όπως ο Αντώνιος Μαρία Καποδίστρια και ο Δε Σύλλας. Με την συνθήκη αυτή συμφωνήθηκε η δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους υπό την προστασία της Υψηλής Πύλης. Έτσι, προέκυψε η Επτάνησος Πολιτεία, η οποία αποτέλεσε το πρώτο εγχείρημα δημιουργίας ενός σύγχρονου ελληνικού κράτους, που παρά την προστασία από την Υψηλή Πύλη εισήγαγε στο σύνταγμα της διατάξεις που προωθούσαν την ενδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου, όπως η υποχρέωση μετά από πέντε χρόνια όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι να ομιλούν και να χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα.

Η εποχή των Αυτοκρατορικών Γάλλων

Με την Συνθήκη του Τιλσίτ (1807), η Ρωσία παραχώρησε την Επτάνησο Πολιτεία στην Γαλλική Αυτοκρατορία υπό τον Ναπολέοντα. Οι Γάλλοι, σχεδόν αμέσως, στις 20 Αυγούστου κατέκτησαν την Κέρκυρα και έπειτα τα υπόλοιπα νησιά. Υψώθηκε η γαλλική σημαία, όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί και οι επτανήσιοι στρατιώτες έδωσαν όρκο πίστης στον Ναπολέοντα και καταργήθηκαν όλοι οι φορείς διοίκησης. Από τον Νοέμβριο του 1807, ο Ναπολέοντας έστησε ξανά την Ιόνιο Βουλή με διορισμένους εκπροσώπους από κάθε νησί και προχώρησε στην αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης.

Η Αγγλική Περίοδος και ο δρόμος προς την Ένωση.

Το Οκτώβριο του 1809 κατέυθασαν οι βρετανικές Φρεγάτες υπό τον Όσγουολντ και καταλαμβάνουν την Ζάκυνθο, αφού πρώτα κυρίευσαν ειρηνικά το κάστρο και με κανονιές κατέστρεψαν την φρουρά στον Άγιο Σπυρίδωνα στις Σγούρνες. Αμέσως, όρισαν το νησί ως πρωτεύουσα των “ελεύθερων” Ιονίων Νήσων. Η διοίκηση ανατέθηκε σ’ένα συμβούλιο στο οποίο προέδρευε ο στρατηγός Γεώργιος Άιρυ. Το 1812 την κυβέρνηση του νησιού αναλαμβάνει ο στρατηγός Κάμπελ. Με την συνθήκη των Παρισίων (5 Νοεμβρίου 1815), δημιουργήθηκε το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων, που θα τελούσε υπό την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας. H Βρετανική περίοδος στιγματίστηκε από τα πρώτα χρόνια διοίκησης του κράτους από τον Στρατηγό Μαίτλαντ, ο οποίος ακολούθησε ένα πρότυπο αποικιακής πολιτικής σε συνδυασμό με απόκρυψη στοιχείων από την κεντρική Βρετανική διοίκηση. Τα γεγονότα του Υψόλιθου και η άδικη θανατική ποινή που επιβλήθηκε στον νεαρό Ιωάννη Κλαυδιανό από το χωριό Φιολίτι έμειναν χαραγμένες στη συνείδηση των Ζακυνθινών σαν παράδειγμα των απελεύθερων πολιτικών των Βρετανών αξιωματούχων. Παρά τις προσπάθειες από την Μεγάλη Βρετανία να δημιουργήσει μια φιλελεύθερη κατάσταση στα Επτάνησα, με την ελευθέρωση της δημιουργίας τυπογραφείων και της αποστολής φιλελεύθερων Αρμοστών, με τον καιρό δημιουργήθηκε κυρίως σε Ζάκυνθο και Κεφαλλονιά ένα ισχυρό ρεύμα ριζοσπαστισμού. Ένα από τα βασικά αιτήματα των ριζοσπαστών ήταν η αποχώρηση των Βρετανών από τα νησιά και η ένωση με το Βασίλειο της Ελλάδος, καθώς και η ισοπέδωση των κοινωνικών διαχωρισμών και η ενοποίηση ολόκληρης της βαλκανικής περιοχής με φιλελεύθερο πολίτευμα. Το ριζοσπαστικό κίνημα με ηγέτη τον Ζακυνθινό Κωνσταντίνο Λομβάρδο κατόρθωσε να καταλάβει την εξουσία και επέβαλε το αίτημα της ένωσης με την Ελλάδα. Η Μεγάλη Βρετανία, η Ελλάδα, η Ρωσία και η Γαλλία υπέγραψαν την Συνθήκη του Λονδίνου στις 29 Μαρτίου του 1864, με την οποία τα Επτάνησα εισήχθησαν στο Ελληνικό Βασίλειο, ενώ η επίσημη ανακοίνωση της Ένωσης έγινε στις 21 Μαίου του 1864.

Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος

Κατά την διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου το νησί της Ζακύνθου, όπως όλη η Ευρώπη περιήλθε στην κυριαρχία της Ναζιστικής Γερμανίας. Κατά την διάρκεια της κατοχής, οι αντάρτες πέτυχαν διάφορες επιτυχημένες επιθέσεις στο φασιστικό καθεστώς με αποκορύφωμα την μάχη του Αγίου Δημητρίου. Η πιο ένδοξη στιγμή της Ζακύνθου, αποτελεί η διάσωση όλων των Εβραίων που ζούσαν στο νησί. Συγκεκριμένα, όταν δημοσιεύθηκε η διαταγή να παραδοθεί η λίστα με όλες τις οικογένειες των Εβραίων της Ζακύνθου, ο Δήμαρχος Λουκάς Καρρέρ και ο Δεσπότης Χρυσόστομος, παρέδωσαν μια λίστα που περιελάμβανε μόνο το όνομα του δημάρχου και του δεσπότη. Ταυτόχρονα, έλαβε χώρα μια τεράστια μυστική επιχείρηση κατά την οποία οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν σε διάφορα χωριά, κρύφτηκαν σε διάφορα σπίτια, ακόμη και νεκροταφεία, και με την βοήθεια ντόπιων βαρκάρηδων διέφυγαν από την Ζάκυνθο. Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης επιχείρησης ήταν η Ζάκυνθος να αποτελεί το μοναδικό μέρος υπό το φασιστικό καθεστώς που κανένας από τους Εβραίους δεν οδηγήθηκε σε κάποιο από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Λουκάς Καρρέρ και ο Χρυσόστομος βραβεύθηκαν από το κράτος του Ισραήλ με το βραβείο των Δικαίων των Εθνών.

Σεισμοί του 1953

Η Ζάκυνθος κατά την διάρκεια των αιώνων αντιμετώπισε αρκετές καταστροφές από τους μεγάλους σεισμούς που λαμβάνουν χώρα στην περιοχή. Δυστυχώς, οι σεισμοί και η φωτιά που ξέσπασε από τις 9 έως τις 12 Αυγούστου κατέστρεψαν παντελώς την πανέμορφη πόλη του νησιού, που είχε χαρακτηριστεί σαν η “Φλωρεντία της Ανατολής”. Τα πάντα καταστράφηκαν από τον σεισμό και κάηκαν από την πύρινη λαίλαπα. Οι κάτοικοι της πόλης έφυγαν από την Ζάκυνθο μην έχοντας κανένα μέσο διαβίωσης. Με την βοήθεια, όμως, της Μεγάλης Βρετανίας, της Σουηδίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ελλάδας, το νησί επανήλθε σιγά σιγά στην κανονικότητα, ξεκινώντας από την αρχή, καθώς το ένδοξο παρελθόν της είχε μετατραπεί σαν μια μακρινή ανάμνηση που μετατράπηκε σε στάχτη.

Κείμενο: Παναγιώτης Αμπελάς

 

ΙΒ΄ ΠΑΝΙΟΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ